Ο απολογισμός που δεν έγινε , θετικά -  αρνητικά –πολιτικό στίγμα Ο.Π. πριν και μετά, η ευκαιρία που  χάθηκε να βελτιωθούμε
(Τοποθέτηση Ιωάννας Κοντούλη στο 10ο Τακτικό Συνέδριο των Οικολόγων Πράσινων)

Οι ιστορικές αναδρομές  δεν μου αρέσουν  και μάλλον δεν αρέσουν σε κανέναν  όταν αυτές αφορούν τους Ο.Π.
Δεν είναι ευχάριστες και ελκυστικές.
Γι’ αυτό φαίνεται ότι και το Συνέδριο της Λαμίας θέλησε να κλείσει στα βιαστικά και στα γρήγορα ένα σημαντικό κύκλο επιδιώκοντας  μια υποτιθέμενη «φυγή προς τα εμπρός» μέσω της επανεκκίνησης, κουκουλώνοντας τον όπως-όπως. Πράγμα απολύτως κατανοητό αν σκεφτεί κανείς ότι είχαν  περάσει και 6 μήνες από τις εκλογές του 2012, ένα εντυπωσιακά μεγάλο διάστημα,  για ένα κόμμα  που έδωσε με ισχνές δυνάμεις μια διπλή εκλογική αναμέτρηση, μέχρι το Συνέδριο 7 – 9 Δεκεμβρίου στην Λαμία.
Πολύτιμος χρόνος που δεν αξιοποιήθηκε σε δημιουργική κατεύθυνση αλλά σπαταλήθηκε σε ένα ατελείωτο άγονο πόλεμο ρεβανσισμού με τακτικισμούς  και προσωπικές στρατηγικές που στην ουσία το μόνο που δεν υπηρέτησαν ήταν το συλλογικό όραμα. Φοβάμαι ότι και μέχρι σήμερα δεν φαίνεται να έχουμε  απεμπλακεί  από την εσωστρέφεια παρά τη – διαφημιζόμενη από κάποιους ως σωτήρια – «δεξιόστροφη» Λαμία.
Θα έλεγα ότι ήταν μια ευκαιρία που την χάσαμε, μαζί με την αναγκαία ψύχραιμη αξιολόγηση τόσο της πρώτης όσο και της  δεύτερης  εκλογικής αναμέτρησής μας.
Επιγραμματικά θα ήθελα να πω δυο κουβέντες για εκείνη την εκλογική περίοδο, η οποία δεν υπήρξε μονοσήμαντα θετική ή αρνητική και σίγουρα αν είχε αντιμετωπιστεί από την αρχή της εσωκομματικά διαφορετικά και αξιοποιηθεί στην πορεία και τη συνέχειά της αποδοτικά και ψύχραιμα ούτε το κακό αποτέλεσμα του «δεύτερου γύρου» θα είχε έρθει ούτε η διαλυτική ομφαλοσκόπηση που ακολούθησε αμέσως μετά και μέχρι τώρα.
Δεν μπήκαμε σε αυτή την εκστρατεία ως μια πολιτική οντότητα που πρωταρχικά αυτοκαθορίζεται και δευτερευόντως ετεροκαθορίζεται, ως μια οντότητα με αυτοτελή ταυτότητα, αλλά μπήκαμε σε αυτή την εκστρατεία ως μια οντότητα που πρωταρχικά έως και αποκλειστικά ετεροκαθορίζεται χωρίς εμφανή πολιτική ταυτότητα και ρόλους.
Όσο καλοστημένο και αν είναι ένα έργο όσο και αν το σενάριο είναι εξαιρετικό[1]  (βλ. Βαρουφάκης) το έργο χαντακώνεται όταν οι συντελεστές του, στον ρόλο του ο καθένας, δημιουργούν  αντιφατικά κενά σε μια προσπάθεια  που περισσότερο προσμετρούν τις εσωτερικές ισορροπίες και ματαιοδοξίες, παρά την προς τα έξω επιτυχία.
Αναμενόμενο σε τέτοιες συνθήκες να μην υπάρξει το « χειροκρότημα»  που θα θέλαμε, αλλά ούτε και η αποδοκιμασία που ορισμένοι προσπαθούν να μας πείσουν ότι υπήρξε. Αυτοί επιλέγουν να εστιάζουν αποκλειστικά στο κακό συγκυριακό αποτέλεσμα του δεύτερου εκλογικού γύρου, πυροδοτώντας αντανακλαστικά σε κάποιους άλλους ,που ιδιαίτερα κοπίασαν στην εκλογική μάχη,  να κάνουν, επίσης λανθασμένα, το αντίστροφο.

Το κόμμα μας στις εκλογές του Μαΐου έλαβε το μεγαλύτερο ποσοστό στην ιστορία του,  2.97%, σε επίπεδο εθνικών εκλογών, σε μια εκλογική διαδικασία κατά την οποία παρουσιάστηκε σημαντική αύξηση επιλογών νέων κομμάτων και μικρών κομμάτων διαμαρτυρίας, καθώς και του ιδιαιτέρως κομβικού κυριαρχικού – και κατά τα άλλα θεμιτού – αιτήματος στο εκλογικό σώμα απεγκλωβισμού από το δικομματισμό και από την παραδοσιακή μεταπολιτευτική κατάταξη των ΠΑΣΟΚ – ΝΔ στο «1-2», με όχημα τον τότε δημοσκοπικά ανερχόμενο ΣΥΡΙΖΑ .  Θα είχε μπει στο κοινοβούλιο αν είχαμε κατορθώσει να αποφύγουμε:

• την ανάλωση μας σε  εσωκομματικούς ανταγωνισμούς, αντί να παρακολουθούμε και να αντιπαρατιθέμεθα  με τους πολιτικούς μας αντιπάλους
• την σιωπή σε επιθέσεις του γνωστού  διαπλεκόμενου   μιντιακού  συγκροτήματος  που μας  χαρακτήριζαν «ως αριστερή σέχτα»[2]  παραμονές των πρώτων και κρισιμότερων εκλογών   και συνεχίζει ακόμα και σήμερα να γραφεί για το  ΚΚΕ της Οικολογίας[3] από έτερο φύλλο του ιδίου συγκροτήματος.  Ρητορεία  που θυμίζει όσα ακούμε και ακούω εντός του κόμματος από τα χαρακτηριζόμενα ως «προβεβλημένα στελέχη» .
• τον αντιφατικό λόγο σε σχέση με τις συνεργασίες , το θολό στίγμα σε σχέση με την παρουσία κάποιων στελεχών μας στα ΜΜΕ και γενικότερα λάθη που αφορούν ακόμα και τους επικεφαλής, ενώ σε προσωπικό επίπεδο υπήρχε πράγματι και η σχετική απειρία, η οποία κι αυτή καλόπιστα αποδέχομαι ότι είχε το δικό της μερίδιο συμμετοχής σε εκείνα που δεν πήγαν καλά, αλλά να ξέρετε πώς δεν υπάρχουν άλλοι δρόμοι για να ανανεώνονται τα σύγχρονα προοδευτικά κόμματα, πόσο μάλλον ένα κόμμα που θέλει να εμφορείται από τη μη αρχηγική-αρχηγοκεντρική κουλτούρα της πολιτικής οικολογίας.
•  το τραγικό έλλειμμα παρουσίας στα σύγχρονα μέσα επικοινωνίας και κοινωνικής δικτύωσης, στην επιλογή και το χτίσιμο των ομάδων ευθύνης των οποίων δεν είχαν ιδιαίτερη δυνατότητα παρέμβασης οι επικεφαλής της εκλογής εκστρατείας, κάτι που αποδείχτηκε απολύτως δυσλειτουργικό, με αποτέλεσμα την όλο και πιο ισχνή παρουσία μας όσο πλησιάζαμε προς τις εκλογές.
•  την πρωτοτυπία  πολλών που βρέθηκαν μεν  σε αυτό το κόμμα αλλά αγαπούν ένα άλλο…
•  το χαμηλό επίπεδο οργάνωσης και εθελοντικής προσφοράς σε ένα κόμμα που μέχρι σήμερα τουλάχιστον δεν φημιζόταν για τους ισχυρούς μηχανισμούς του, αν και ποτέ δεν είναι αργά, κι ιδού πεδίο δόξης λαμπρό…
•  την αμήχανη στάση απέναντι στην «επίθεση φιλίας»  του ΣΥΡΙΖΑ που ακόμα και σήμερα είναι ζητούμενο όπως φαίνεται από την επιλογή της βιαστικής και φοβικής  περιχαράκωσης μας που αποφασίστηκε στο προηγούμενο Συνέδριο υπό τον  μανδύα της αυτονομίας . Αν αυτό δεν δείχνει έλλειψη ιδεολογικής πληρότητας και συνοχής σε στελέχη